Τρίτη 24 Ιουνίου 2014

Το πανάρχαιο έθιμο του Κλήδονα τελείτο σαν σήμερα στο Δίστομο

Σαν σήμερα άλλοτε στο Δίστομο, τελείτο το πανάρχαιο προομηρικό έθιμο του Κλήδονα και οι φωτιές στις γειτονιές.
Το παρέσυρε όμως ο νέος τρόπος ζωής και η αποξένωση και ξεχάστηκε όπως πολλά άλλα.
Οι παλιοί θυμούνται. Οι νέοι όμως δεν το γνωρίζουν.
Θα έπρεπε κάποιος φορέας να μεριμνά γι αυτά, αλλά δυστυχώς αδιαφορούν οι πάντες.
Λίγα λόγια γι αυτό το πανάρχαιο έθιμο:
Η αναβίωση του εθίμου του «Κλήδονα». Πρόκειται για ένα έθιμο που έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα και του οποίου η πρώτη γραπτή περιγραφή ανέρχεται στους βυζαντινούς χρόνους. Ο «Κλήδονας» είναι μια λαϊκή μαντική διαδικασία, από τις πιο τελετουργικές όλων των παραδόσεων του τόπου μας, σύμφωνα με τον οποίο αποκαλύπτεται στις άγαμες κοπέλες η ταυτότητα του μελλοντικού τους συζύγου
Η ίδια η λέξη υπάρχει από την εποχή του Ομήρου, «κλήδων» ονομαζόταν ο προγνωστικός ήχος, και κατ' επέκταση το άκουσμα οιωνισμού ή προφητείας, ο συνδυασμός τυχαίων και ασυνάρτητων λέξεων ή πράξεων κατά τη διάρκεια μαντικής τελετής, στον οποίο αποδιδόταν προφητική σημασία. Την παραμονή του Αη-Γιαννιού, οι ανύπανδρες κοπέλες μαζεύονται σε ένα από τα σπίτια του χωριού, όπου αναθέτουν σε κάποιο μέλος της συντροφιάς, συνήθως σε μια «Μαρία» (στη Θράκη ο ρόλος αυτός δίνεται στην ονομαζόμενη «Καλλινίτσα»), της οποίας και οι δύο γονείς είναι εν ζωή, να φέρει από το πηγάδι ή την πηγή το «αμίλητο νερό». Η ονομασία αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η εν λόγω κοπέλα και η συνοδεία της πρέπει να ολοκληρώσουν την αποστολή αυτή, τηρώντας απόλυτη σιωπή. Επιστρέφοντας στο σπίτι όπου τελείται ο κλήδονας, το νερό αδειάζεται σε πήλινο -ως επί το πλείστον- δοχείο, στο οποίο η κάθε κοπέλα ρίχνει ένα αντικείμενο, το λεγόμενο ριζικάρι. Συνήθως, πρόκειται για κάποιο προσωπικό αντικείμενο, συχνά μάλιστα πολύτιμο. Στη συνέχεια, το δοχείο σκεπάζεται με κόκκινο ύφασμα «κλειδώνεται» και τοποθετείται σε ανοιχτό χώρο. «Κλειδώνουμε τον κλήδονα με τ' Αγιαννιού τη χάρη, κι όποια 'χει καλό ριζικό να δώσει να τον πάρει». Εκεί παραμένει όλη τη νύχτα υπό το φως των άστρων, για να «ξαστριστεί». Οι κοπέλες επιστρέφουν ύστερα στα σπίτια τους. Λέγεται ότι τη νύχτα αυτή θα δουν στα όνειρα τους το μελλοντικό τους σύζυγο. Την παραμονή της γιορτής των γενεθλίων του Αγίου Ιωάννη, εκτός από την τέλεση του κλήδονα, οι κάτοικοι του χωριού ανάβουν φωτιές, τις λεγόμενες «μπουμπούνες». Μια μεγάλη φωτιά στήνεται στην πλατεία του χωριού ή σ' ένα μέρος ανοιχτό, ώστε να φαίνεται από παντού. Άλλες μικρότερες φωτιές ανάβουν σε όλους τους μαχαλάδες προσπαθώντας ο κάθε ένας να ανάψει την μεγαλύτερη φωτιά, πάνω από τις οποίες πηδάνε όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Έλεγαν ότι αν πηδούσαν 3 φορές θα έφευγαν οι ψύλλοι και οι κοριοί. Ανήμερα του Αϊ-Γιαννιού, αλλά πριν βγει ο ήλιος - ώστε να μην εξουδετερωθεί η μαγική επιρροή των άστρων-, η υδροφόρος νεαρή της προηγουμένης φέρνει μέσα στο σπίτι το αγγείο. Το μεσημέρι, ή το απόγευμα, συναθροίζονται πάλι οι ανύπανδρες κοπέλες. Αυτήν τη φορά όμως στην ομήγυρη μπορούν να συμμετέχουν και παντρεμένες γυναίκες, συγγενείς και γείτονες και των δύο φύλων, καλεσμένοι για να παίξουν το ρόλο μαρτύρων της μαντικής διαδικασίας. Καθισμένη στο κέντρο της συντροφιάς, η «Μαρία» ανοίγει τον κλήδονα. «Ανοίγουμε τον κλήδονα με τ' Αγιαννιού την χάρη, και όποια έχει καλό ριζικό σήμερα ναν το πάρει». Και ανασύρει ένα-ένα από το αγγείο τα αντικείμενα, που αντιστοιχούν στο «ριζικό» κάθε κοπέλας, απαγγέλλοντας ταυτόχρονα δίστιχα, είτε όπως τα θυμάται, είτε από συλλογή τραγουδιών ή ακόμη από ημεροδείκτες. Το δίστιχο που αντιστοιχεί στο αντικείμενο της κάθε κοπέλας θεωρείται ότι προμηνύει το μέλλον της και σχολιάζεται από τους υπόλοιπους, που προτείνουν τη δική τους ερμηνεία σε σχέση με την ενδιαφερόμενη. Προς το σούρουπο, όταν τελειώσει η μαντική διαδικασία, η κάθε κοπέλα γεμίζει το στόμα της με μια γουλιά αμίλητο νερό και στέκεται μπροστά σε ανοιχτό παράθυρο, έως ότου ακούσει το πρώτο ανδρικό όνομα. Αυτό πιστεύεται ότι θα είναι και το όνομα του άνδρα που θα παντρευτεί. Μετά το τέλος όλης αυτής της διαδικασίας στήνεται μεγάλο γλέντι στο οποίο συμμετέχει όλο το χωριό.


ΠΗΓΗ/ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: DISTOMOBLOG

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΔΙΣΤΟΜΟΥ( Μια τραγική επέτειος) - Άρθρο της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ένα χρόνο μετά την Σφαγή

Πηγή/Αναδημοσίευση: Ιστορικά του Παρνασσού


Ένα χρόνο ακριβώς (10 Ιουνίου 1945), από την φοβερή σφαγή στο Δίστομο, στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ διαβάζουμε το παρακάτω συγκλονιστικό δημοσίευμα:
“Ένας χρόνος κλείνει σήμερα από την τραγική εκείνη μέρα – 10 Ιουνίου 1944 – που οι Γερμανοί έστησαν ένα από τα αιώνια μνημεία της βαρβαρότητάς τους στο Δίστομο, το ειρηνικό χωριό της Βοιωτίας. Για πολλά χρόνια θα ζει η φρίκη αυτού του ομαδικού κι απίστευτου εγκλήματος, που κατεβάζει τη φυλή των Ούννων πιο κάτω και από το επίπεδο του κτήνους.
Ήρεμο είχε ξυπνήσει το χωριό – δυο χιλιάδες κάτοικοι – και λουζόταν στις πρωινές ακτίνες του καλοκαιριάτικου ήλιου, την αυγή της μοιραίας εκείνης ημέρας. Μ’ όλη τη σκιά της μαύρης σκλαβιάς, οι χωρικοί τραβούσαν χαρούμενοι για τ’ αλώνια, για να μεταφέρουν τον καρπό που τους έδωσε η γη, ύστερα από τόσο βασανιστική δουλειά και τόσον ιδρώτα. Τίποτε δεν προμηνούσε τη φοβερή τραγωδία που θα ξεσπούσε αργότερα.
Λίγο μετά το μεσημέρι, της τραγικής εκείνης ημέρας, δυο ιδιωτικά αυτοκίνητα, γεμάτα με Γερμανούς ντυμένους πολιτικά, που παρίσταναν τους μαυραγορίτες, πήραν το δρόμο από τη Λειβαδιά για το Στείρι. Επρόκειτο να στήσουν παγίδα στους αντάρτες που ξεγελασμένοι θα σταματούσαν τ’ αυτοκίνητα για να πάρουν τρόφιμα. Οι αντάρτες όμως δεν έπεσαν στην παγίδα. Ξέροντας πως άλλα φορτηγά με Γερμανούς των Ες-Ες θα τους κύκλωναν από το μέρος της Αράχωβας έκαναν ξαφνική επίθεση και ύστερα από μάχη που κράτησε μιάμιση ώρα σκότωσαν τους περισσότερους καμουφλαρισμένους Γερμανούς. Και τότε οι Γερμανοί λυσσώντας για την αποτυχία τους, ξεχύθηκαν στο Δίστομο για να εκδικηθούν στους αθώους κατοίκους.
Τους πρόσταξαν να κλειστούν στα σπίτια τους, κι αμέσως έπειτα, ο επικεφαλής των Γερμανών λοχαγός Κάϊπφνερ, δίνει διαταγή στις ορδές του ν’ αρχίσουν την σφαγή και τη λεηλασία. Είναι η συνηθισμένη μέθοδος των ανάνδρων κατακτητών, που ξεσπούν στα γυναικόπαιδα, όταν δεν μπορούν να τα βγάλουν  πέρα με τους άντρες. Η διαταγή μεταβιβάζεται από ορδή σε ορδή στο χωριό. Τα θύματα είναι κλεισμένα, σύμφωνα με την εντολή του λοχαγού, στα σπίτια τους. Αρκετοί όμως, που είχαν υποψιαστεί τι τους περίμενε, κατόρθωσαν να φύγουν από μια θέση που είχαν αφήσει αφύλακτη οι Γερμανοί, το Διάσκελο.
Από κει έφυγαν οι μισοί κάτοικοι με τις οικογένειές τους. Και κατόρθωσαν να γλυτώσουν όλοι, μ’ όλο που τους έβαλαν οι Γερμανοί με πολυβόλα. Κρύφτηκαν άλλοι σε σπηλιές και χαράδρες, έξω από το χωριό, κι άλλοι προς τη θάλασσα. Εκείνοι που έμειναν όμως, πλήρωσαν τη μανία των κτηνών. Μαινόμενοι και ουρλιάζοντας σαν άγρια θηρία οι Γερμανοί, αρχίζουν τη σφαγή. Μπαίνουν στα σπίτια και σκοτώνουν όποιους βρίσκουν μπροστά τους. Σκοτώνουν με το τουφέκι, με το περίστροφο, με το οπλοπολυβόλο, με τη λόγχη, με τον μπαλτά, με το μαχαίρι.
Σκοτώνουν άντρες, γυναίκες, παιδιά, βρέφη. Οικογένειες ολόκληρες.

Κεφάλια κόβονται και κυλούν στις αυλές. Γυναίκες βιάζονται. Βιάζονται και μισοπεθαμένες, ενώ το αίμα τρέχει από τις πληγές τους. Τα στήθια των Γυναικών κόβονται, με άγρια ξεφωνήματα θριάμβου. Σε έγγειες γυναίκες ανοίγουν με τη λόγχη την κοιλιά και πετάνε τα έμβρυα. Άλλα βρέφη τα σκοτώνουν μέσα στην αγκαλιά της μάνας, την ώρα που βυζαίνουν. Κορμιά σπαράζουν ματωμένα κι ετοιμοθάνατα μέσα σε δωμάτια, σε υπόγεια, σε αυλές και στους δρόμους.

Κι ανάμεσα στα ουρλιαχτά των Ούννων και τους πυροβολισμούς ακούγονται οι στεναγμοί των ετοιμοθάνατων, οι κατάρες εκείνων που σφάζονται, τα κλάματα των παιδιών, τα ξεφωνητά των μανάδων που βλέπουν τους άντρες και τα παιδιά τους να πέφτουν κάτω από το μαχαίρι των βαρβάρων, ως που να’ ρθει και η σειρά τους.

Το αίμα κυλάει παντού και μεθάει τους σφαγιαστές, που πέφτουν με μεγαλύτερη μανία στα θύματά τους. Οι Ούννοι μπαίνουν και στο σπίτι του γέρου παππά του χωριού, του παππά-Ζήση, όπου έχουν μαζευτεί, ανώφελα περιμένοντας προστασία, δέκα πέντε χωριανοί. Σκοτώνουν και τον παππά και τους δέκα πέντε χωρικούς. Η μόνη που γλίτωσε είναι η παπαδιά, που οι σφαίρες την τραυμάτισαν μονάχα…

Άλλοι Γερμανοί έχουν πάρει θέσεις έξω απ’ το χωριό και σκοτώνουν τους Διστομίτες, που γυρίζουν ανύποπτοι από τα χωράφια τους. Και παράλληλα με τη σφαγή βάζουν φωτιά και στα σπίτια. Και μαζί με τη φωτιά η διαρπαγή. Ότι βρίσκουν και μπορούν να σηκώσουν το παίρνουν και το φορτώνουν στ’ αυτοκίνητα. Και δεν σφάζουν μόνο τους ανθρώπους. Σκοτώνουν και τ’ αθώα ζωντανά που βρίσκουν στις αυλές.
 Σφαγή, φωτιά βιασμός ληστεία.
Όλη η τετραλογία της κτηνωδίας και της βαρβαρότητας, προς δόξαν της φυλής των Αρίων…

****
Η τραγωδία τραβάει προς το τέλος της κατά τις 6. Είναι βαρύς, συννεφιασμένος ο ουρανός και αρχίζει να σκοτεινιάζει νωρίς. Και οι Ούννοι, άνανδροι όπως είναι, φοβούνται τη νύχτα. Μπορεί να κατέβουν οι αντάρτες. Κι αυτοί δεν είναι γυναικόπαιδα. Πρέπει λοιπόν, να γυρίσουν πριν τους πάρει η νύχτα, στη βάση τους, για να δώσουν αναφορά στον αρχηγό τους ότι εξετέλεσαν το καθήκον τους απέναντι του Μεγάλου Ράϊχ και της νέας Ευρώπης. Έτσι αφήνουν το έργον τους μισοτελειωμένο. Γιατί η σφαγή κι ο χαλασμός έγινε στο μισό χωριό. Το άλλο μισό – η δυτική περιοχή – γλύτωσε…

Το έσωσε η νύχτα που ερχόταν.

Συγκεντρώνονται στην πλατεία και, γελαστοί και ικανοποιημένοι από το έργο τους, μπαίνουν με τα λάφυρα στ’ αυτοκίνητά τους και ξεκινούν για τη Λειβαδιά, αφήνοντας πίσω τους αίμα, θάνατο και στάχτη. Αλλά και βγαίνοντας από το χωριό έχουν ευκαιρίες να συμπληρώσουν ότι μπορούν. Στο δρόμο σκοτώνουν άλλους δέκα… και προς το βράδυ γυρίζουν στη Λειβαδιά, όπου τους περιμένει ο διοικητής τους Ρίχερτ. Του δίνουν αναφορά, υψώνουν το χέρι στο φασιστικό χαιρετισμό και φωνάζουν όλοι μαζί: Χάιλ, Χίτλερ!

****
Κι η νύχτα απλώνει το μαύρο της σάβανο στο δολοφονημένο χωριό, που έχει μεταβληθεί σε νεκροταφείο. Εκείνοι που έζησαν, βγαίνουν από τους κρυψώνες τους κι αναζητούν, μέσα στο σκοτάδι, τους συγγενείς, τους φίλους, τους συγχωριανούς των. Τα όρνια έχουν πέσει τη νύχτα, κοπάδια ολόκληρα, στη φρικτή πανδαισία που τους προσφέρεται. Το πρωί, με την αγωνία στην ψυχή για τους δικούς τους, αρχίζουν κι έρχονται πολλοί από εκείνους που είχαν φύγει. Αναζητούν κι αυτοί τους δικούς τους.

Οι θρήνοι και οι κοπετοί απλώνονται παντού. Είναι μια εικόνα που δεν μπορεί ανθρώπινη πέννα να τη δώσει. Παντού πτώματα. Μάνες που σφίγγουν ακόμα τα παιδιά τους με μια μαρμαρωμένη έκφραση απελπισμένης στοργής, παιδιά που αγκαλιάζουν τη μάνα τους σα να ζητούν προστασία, ανοιχτά μάτια που έχει αποτυπωθεί ο τρόμος, κορμιά χωρίς κεφάλια, κεφάλια χωρίς κορμιά. Πολλοί από εκείνους που έζησαν, δεν μπορούν ν’ αντέξουν σ’αυτό το φοβερό θέαμα. Χάνουν τα λογικά τους. Οι κάτοικοι ανοίγουν πρόχειρους τάφους στις αυλές και θάβουν τους ανθρώπους τους.

Το πένθος κι η ερημιά βασιλεύει στο Δίστομο αρκετές μέρες. Πολλοί έχουν ζητήσει καταφύγιο στις γύρω σπηλιές, πολλοί έχουν πάει σ’ άλλα χωριά. Ύστερα από δεκαπέντε μέρες, νέα επιδρομή στο Δίστομο. Στο άκουσμα «οι Γερμανοί έρχονται», οι χωρικοί αφήνουν το χωριό και φεύγουν τρομαγμένοι. Ποιος ξέρει τι τους περιμένει πάλι. Μα αυτή τη φορά οι Γερμανοί έρχονται με άλλο σκοπό. Έρχονται με άδεια καμιόνια, για να φορτώσουν όσα είχαν αφήσει στις 10 Ιουνίου. Για να συμπληρώσουν τη ληστεία. Φορτώνουν τα’ αυτοκίνητα, σκοτώνουν έναν ενενηντάρη γέρο που είδαν στην πλατεία, βιάζουν μια πενηντάρα τυφλή και τρελή και φεύγουν…

****
Και εδώ πέφτει η αυλαία στην τραγωδία του Διστόμου. Κι ο απολογισμός της τραγικής αυτής ημέρας είναι: 223 νεκροί κι ανάμεσα σ’ αυτούς 42 παιδιά, κάτω από δέκα χρονών.


Σήμερα, η επίσημη κι ελεύθερη πια Ελλάδα θα ρίξει λίγα λουλούδια στους τάφους των αδικοσκοτωμένων αυτών Ελλήνων. Και θα βρέξει με δάκρυα το ξερό χώμα που σκεπάζει τα αθώα θύματα της γερμανικής μανίας, που υποσχέθηκε να φέρει τη «νέα τάξη» στην Ευρώπη και την εβύθισε σε μια βαρβαρότητα, που όμοιά της δεν αναφέρει η ιστορία.”

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΔΙΣΤΟΜΟΥ


Πηγή/Αναδημοσίευση: Ιστορικά του Παρνασσού
Από το αρχείο του Λουκά Παπαλεξανδρή

Τον Φεβρουάριο του 1861 στην εφημερίδα ΑΥΓΗ δημοσιεύεται μία επιστολή η οποία στάλθηκε από την Λιβαδειά τον Αύγουστο του 1860 και υπογεγραμμένη από ανθρώπους που παρευρέθηκαν στην μάχη του Διστόμου τον Ιανουάριο του 1827, όπου αναιρούν τα γραφόμενα στην ”Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως” του Σ. Τρικούπη που εκδόθηκε εκείνη την χρονιά.











Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Βάφτιση στην Παραλία Διστόμου το 1939

Βάφτιση στην Παραλία Διστόμου ή Διστομίτικα, όπως τα έλεγαν μέχρι την απαλλοτρίωση το 1963. 
Οι Διστομίτες συνήθιζαν να βαπτίζουν τα παιδιά τους στην εκκλησία της Αναλήψεως που υπάρχει ακόμη. 
Η φωτογραφία δημοσιεύεται στο βιβλίο της Διστομίτισσας συγγραφέως, Καίτης Μανωλοπούλου, ''Ο Αθέριστος Ιούνης''.  
Η φωτογραφία είναι από τις 21 Μαΐου του 1939. Διακρίνονται τα σπίτια των Διστομιτών που κατεδαφίστηκαν την δεκαετία του 60' από το ελληνικό κράτος λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της γης τους!!

Πηγή/Πρώτη δημοσίευση: Distomoblog

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Ήρωας συμπατριώτης μας πεσών την 1- 4 -1944 στην Αγία Τριάδα Καλοσκοπής Φωκίδος

Από τον Θανάση Δημάκα.

Αν εξαιρέσουμε το μνημείο του Μεσολογγίου κάτα την περίοδο της εξόδου κάτα την επανάσταση του 1821, που αναφέρει τις ηρωϊκές πόλεις και τους εξεγερθέντες και ήρωες  Διστομίτες και το
Δίστομο, αν επίσης εξαίρεσουμε και το άγαλμα του Καραϊσκάκη που βρίκεται στο Φάληρο, που επίσης είναι γραμμένο όνομα  Δίστομο, είναι και κάποια άλλα μνημεία που αγνοούμε, και αναφέρουν Διστομίτες πεσόντες.
Ο Διστομίτης Θανάσης Δημάκας, πηγαίνοντας στην Καλοσκοπή Φωκίδας όπου εξελίσσετο το φεστιβάλ ''Ήχοι του δάσους'' τον Ιούλιο, ανακάλυψε ένα μνημείο με το όνομα ενός Διστομίτη πεσόντος επάνω.

Πρόκειται για τον Ιωάννη Καρβούνη τον Διστομίτη όπως θα δείτε και στις φωτογραφίες που τράβηξε ο Θανάσης, που δολοφονήθηκε εκεί μαζί με άλλους πατριώτες όπου και τάφηκαν σε ομαδικό τάφο, όπως αναγράφεται στο μνημείο ( Κλικ στις εικόνες ).
Ενός συμπατριώτη μας που δολοφονήθηκε στις 1 - 4 - 1944 στην ενέδρα γερμανικών στρατευμάτων κατοχής στην Αγία Τριάδα Καλοσκοπής στην Φωκίδα.

Είναι πολλά πράγματα που προσπαθώ να συλλέξω για τον ένδοξο αυτό τόπο και τις προσωπικότητες του.
Ευχαριστώ πολύ τον Θανάση Δημάκα.


ΠΗΓΗ/ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: DISTOMOBLOG

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Ένα μικρό αφιέρωμα στον Διστομίτη πεσόντα της Πολεμικής Αεροπορίας, Νικόλαο Ιωάννου Παπαϊωάννου

Ανθυποσμηναγός Παπαϊωάννου Νικόλαος
Πηγή/Αναδημοσίευση: Pasoipa.gr
 Βιογραφικό Σημείωμα
Γεννήθηκε το 1937 στο Δίστομο Βοιωτίας.
Εισήλθε στη Σχολή Αεροπορίας τον Οκτώβριο του 1957 και αποφοίτησε τον Αύγουστο του 1960 με το βαθμό του ανθυποσμηναγού.
Σκοτώθηκε στις 9 Αυγούστου 1961, κατά την εκτέλεση διατεταγμένης πτήσεως στην περιοχή της 112 Πτέρυγας Μάχης (Ελευσίνα), λόγω πτώσεως και συντριβής του αεροσκάφους του F-84F στη θάλασσα.
 Πηγή/Πρώτη δημοσίευση: Distomoblog

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Διστομίτης μανάβης εν έτει 1960

Φωτογραφία από το 1960  -  Ο Γιώργος Πίτσος ή Καρατζίκας που απεικονίζεται, ήταν μανάβης και καλλιεργητής από το Δίστομο. Γυρνούσε με το γαϊδουράκι του και πουλούσε την πραμάτεια του : ''Ντομάτα, αγγούρι και μακριά απ' το γαϊδούρι'', όπως χαρακτηριστικά έλεγε
Ευχαριστώ τον Τάσο Καστρίτη, για την παραχώρηση της φωτογραφίας

ΠΗΓΗ/ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: DISTOMOBLOG

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Ιωσήφ Διστομίτης ( 1783 -1855 ) - Ένας Διδάσκαλος του γένους από το Δίστομο

Ιωσήφ Διστομίτης ( 1783 -1855  ) - Ένας Διδάσκαλος του γένους από το Δίστομο.
Μία μεγάλη προσωπικότητα από το Δίστομο ( Ιωσήφ Διστομίτης του Δήμου Διστομίων της Επαρχίας Λιβαδειάς ), υπήρξε ο Ιωσήφ ο Διστομίτης.
Μαζί με άλλους Διδασκάλους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, πασίγνωστους όπως θα δείτε παρακάτω, αφοσιώθηκαν στην διδασκαλία των τότε Ελλήνων, στην πιο δύσκολη στιγμή της ιστορίας τους, όταν δηλαδή η Ελλάδα από Έθνος που είχε τετρακόσια χρόνια τον ζυγό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έγινε κράτος και έχτιζε δειλά δειλά το εκπαιδευτικό της σύστημα.
Ο Ιωσήφ Διστομίτης, δημιούργησε παιδαγωγικές μεθόδους, οι οποίες χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα.
Έδρασε σε όλη την Ελλάδα. Δίστομο, Λιβαδειά, Ναύπλιο ( τότε πρωτεύουσα της Ελλάδας ), Αίγινα, Αθήνα κλπ.
Το επώνυμό του, όπως συνηθιζόταν τότε, το πήρε από τον τόπο του καταγωγής του, το ιστορικό και πανάρχαιο Δίστομο της Φωκίδος ( Όπως μέχρι τότε αναγραφόταν ).
Άλλος ένας ήρωας του γένους άλλωστε με το ίδιο επώνυμο, είναι και περιβόητος ο Γιάννης ο Διστομίτης που αναφέρεται από τον Στρατηγό Μακρυγιάννη, ο οποίος απελευθέρωσε του Αθηναίους από τουρκικό κλοιό στην Ακρόπολη. Υπάρχει και οδός στην Αθήνα που λέγεται οδός Διστομίτου.
Έρχεται λοιπόν τώρα να προστεθεί και ο Ιωσήφ που συνέβαλε κι αυτός στην απελευθέρωση του πνεύματος των Ελλήνων.
Υπήρχαν βέβαια κι άλλες προσωπικότητες από το Δίστομο, και αγωνιστές και λόγιοι, για τους οποίους θα μιλήσουμε σε άλλα άρθρα.
Ορμητήριο και κέντρο των γραμμάτων ήταν βέβαια το ιστορικό Μοναστήρι του Οσίου Λουκά, καθώς και το τότε Σχολείο των Αρρένων στο Δίστομο.
Μπορεί το υπέροχο κτήριο που έχουμε ακόμη και σήμερα, και λειτουργεί σαν Αρχαιολογικό Μουσείο, να χτίστηκε το 1901 από τον Διστομίτη Ιωάσαφ Καστρίτη, αλλά υπήρχε και πολύ πιο παλιά, όπως αποδεικνύουν τα έγγραφα των σχολικών ελέγχων που έχω αναρτήσει σε παλαιότερα άρθρα ( 1830 και άνω )
Μπορείτε να δείτε αναλυτικά, από ψηφοποιημένα αρχεία για την δράση του Ιωσήφ του Διστομίτη, κάνοντας κλικ ΕΔΩ.
Απόσπασμα από πρόγραμμα διδασκαλίας που θα βρείτε στους συνδέσμους που πρόσθεσα παραπάνω:
1832
Εις τήν δεύτερον τάζιν, ό Διδ. Ιωσήφ. Διστομίτης, Προ μεσημβρίας^. ι) Ελληνικών μάθημα, τ«ν ά τόμον τών στοιχείων της Ελληνικής γ-.ώσσης. του Ιακωβσίου''

Είναι κρίμα που δεν υπάρχουν αρμόδιοι από τον Δήμο να συγκεντρώσουν τα στοιχεία αυτά και να τα αξιολογήσουν. Ήδη έχω παρουσιάσει πολλά άρθρα με προσωπικότητες και ιστορία του Διστόμου ( Αρχαιολογία, μεσαίωνα, τοπωνύμια κλπ ). Ποιός ο ρόλος των ιθυνόντων στον Δήμο; Είναι θλιβερό αυτό!!


ΠΗΓΗ/ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: DISTOMOBLOG

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Φωτογραφίες από τα μεταλλεία του Διστόμου - Τα εγκαίνια της Σκάλας Φόρτωσης Βωξίτη στην Παραλία Διστόμου

Τα εγκαίνια της Σκάλας φόρτωσης Βωξίτη στην Παραλία Διστόμου. Από αριστερά δεύτερος με το τσιγάρο ο Αθανάσιος Μπάρλος. Στη μέση ο Γεώργιος Μπάρλος και δίπλα του η κόρη του Πηνελόπη. Ο Διστομίτης Ιερέας Παπαλουκάς Βασιλείου δίπλα της. ( 1968 -71 )  
Ρώσοι πελάτες της Εταιρείας ''Ελληνικοί βωξίται Ελικώνος Γ.Λ.Μπάρλος'' ξεναγούνται στο γειτονικό Μοναστήρι του Οσίου Λουκά από τον Γεώργιο Μπάρλο ( δεύτερος από αριστερά ). Στο κέντρο ο Διστομίτης καλόγηρος του Μοναστηριού Κωσταγιάννης κατά κόσμον. ( 1977 )

Μία διαφορετική πόζα με δύο άλλα στελέχη της Εταιρείας ( 1977 )
Πηγή/Πρώτη Δημοσίευση: Distomoblog

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Η Παραλία Διστόμου μέσα από μία αφήγηση ψυχής

 

Θα προτιμούσα όλα αυτά που σας γράφω να τα μοιραζόμουν μαζί σας κοιτώντας  σας στα μάτια, τότε πιστεύω ότι και σεις θα  βλέπατε όλα αυτά τα γεγονότα διαφορετικά.
Επειδή αυτό δεν είναι εύκολο θα σας τα περιγράψω  όπως ζωντάνεψαν στη μνήμη μου τον τελευταίο καιρό…

Η ιστορία, είναι από τα πράγματα που δεν μπαγιατεύουν, παρ όλο που έχουν περάσει 50 χρόνια μπορούμε να την λέμε ξανά και ξανά για να την μαθαίνουν και οι νεώτεροι.

Παραλία Διστόμου, αυτό ήταν το όνομα του χωριού μας.
Τα σπίτια μας ήταν κτισμένα κατά μήκος της παραλίας, δίπλα στην θάλασσα. Πίσω από τα σπίτια μας υπήρχε ένας απέραντος ελαιώνας που άνηκε ένα μέρος σε μας τους μόνιμους κατοίκους και το υπόλοιπο σε κατοίκους του Διστόμου.

Το οικόπεδο το αγόρασαν οι γονείς μου όταν παντρεύτηκαν το 1936, και σιγά – σιγά μέχρι το 1963 που το θυμάμαι εγώ είχαν φτιάξει ένα πανδοχείο της δεκαετίας του 50-60 που τα είχε όλα, καφενείο, μπακάλικο, ξενοδοχείο, δωμάτια για ενοικίαση, εστιατόριο, λουτρά ζεστά με θαλασσινό νερό για τους καλοκαιρινούς παραθεριστές, που κατέβαιναν από το Δίστομο και την Λιβαδειά. Επίσης είχαν κατασκευάσει και ένα κιόσκι για να σερβίρουν τους καλοκαιρινούς μήνες που είχε πολύ κόσμο, το οποίο σώζετε μέχρι σήμερα.

Όλα αυτά έγιναν και με πολύ προσωπική δουλειά.

Δίπλα μας, ήταν το εξοχικό του Μέγα, ενός εμπόρου από την Λιβαδειά, αρχοντικό το οποίο υπάρχει μέχρι σήμερα, γιατί ο ιδιοκτήτης δέχτηκε να το πουλήσει, οπότε δεν το γκρέμισαν.

Από την άλλη πλευρά του σπιτιού μας, ήταν το σπίτι της οικογένειας Καπογιάννη που είχε και αυτή ταβέρνα, καφενείο, δωμάτια για ενοικίαση.

Στη συνέχεια δύο σπίτια της οικογένειας Παπαιωάννου οι οποίοι έμεναν στο Δίστομο και κατέβαιναν τους καλοκαιρινούς μήνες.

Δίπλα από αυτούς, εκεί που είναι τώρα ο Μεδεώνας ήταν το σπίτι της οικογένειας  Μίστηλη που είχαν και καφενείο – ταβέρνα, ο παππούς τους πήγαινε για ψάρεμα και είχαν πάντα φρέσκα ψάρια. Είχαν χτίσει καινούργιο σπίτι αλλά δεν πρόλαβαν να εγκατασταθούν.

Η οικογένεια Σ.Πεφάνη η οποία είχε νοικιάσει σπίτι. Επίσης η οικογένεια του Θεόδωρου Νικολάου, που το σπίτι τους ήταν πάνω από το σπίτι του Μέγα, αυτές οι δύο οικογένειες προμήθευαν ψάρια εμάς και τους Διστομίτες.

Λίγο πιο κάτω το σπίτι της οικογένειας Αθ. Νικολάου που είχαν μαγαζί και φορτηγά και δούλευαν στα Μεταλλεία του Μπάρλου για μεταφορά βωξίτη.

Πάρα δίπλα η οικογένεια  Καραγιάννη που είχε φορτηγό έκανε μεταφορές και μας προμήθευε εμάς και τους κατοίκους της Αντίκυρας με ότι προϊόντα είχαμε ανάγκη από την Λιβαδειά.

Λίγο πιο κάτω η οικογένεια Βασιλείου που είχε και αυτή φορτηγό για μεταφορά βωξίτη και τσαγκάρικο.

Όλες αυτές οι οικογένειες ήταν πολυμελείς, με παιδιά εγγόνια γαμπρούς νύφες.΄

Όλοι νοίκιαζαν δωμάτια τους καλοκαιρινούς μήνες και γέμιζε το μικρό μας χωριό κόσμο.

Δίπλα και λίγο πιο πάνω από το σπίτι του Μέγα ήταν τα σπίτια του Τιμολέοντα Σφουντούρη, του Τζάθα, του Κουτριάρη, του Παπανικολάου, του Γαμβρίλη του Συμβολαιογράφου του Διστόμου, οι οποίοι έμεναν στο Δίστομο, τα είχαν για εξοχικά και το χειμώνα κατέβαιναν για να μαζέψουν τις ελιές από τα κτήματα τους.

Ένα ρέμα, μας χώριζε κατακόρυφα, από την άλλη πλευρά του ρέματος, το σημερινό κανάλι, υπήρχε το εξοχικό σπίτι του Πέτσαβα, και τελευταίο το σπίτι του Κωσταγιάννη που είχε καφενείο. Αυτά τα δύο σπίτια δεν απαλλοτριώθηκαν και είναι μέχρι σήμερα γιατί ήταν από την άλλη πλευρά του ρέματος.

Από κει και πέρα απλωνόταν οι εγκαταστάσεις των μεταλλείων βωξίτη του Μπαρλου.

Υπάρχει ακόμη ένα μακρόστενο κτήριο που εστεγάζοντο οι εργάτες και οι εργάτριες που ήταν από το Δίστομο και από το Κυριάκι, είχε δύο θαλάμους ανδρών και δυο γυναικών, κουζίνα και ένα γραφείο, επειδή δούλευαν σε 24ωρη βάρδια έμεναν σε αυτό το κτήριο.

Το καράβι ανάλογα με την χωρητικότητα που είχε, έκανε 8-10 μέρες να φορτώσει βωξίτη, οπότε έμεναν εκεί. 

Τότε τα πλοία τα φόρτωναν με μαούνες, κρίμα που γκρέμισαν αυτές τις εγκαταστάσεις, πολύ αργότερα βέβαια, όταν πουλήθηκαν και σταμάτησαν να λειτουργούν.

Θα μπορούσαν να παραμείνουν και να γίνει ένα μουσείο μέταλλου, για να το βλέπουν οι νεώτεροι.

Το καράβι άραζε στα 300 – 400μ. από το μόλο ανάλογα με την χωρητικότητα του.

Από τον χώρο της εναπόθεσης του βωξίτη υπήρχαν ράγες και επάνω βαγόνια, φόρτωναν τα βαγόνια με ένα γερανό, κατόπιν τα έσπρωχναν μέχρι το μόλο. Συνήθως αυτή τη δουλειά την έκαναν  γυναίκες γιατί ήταν μια δουλεία που δεν ήθελε πολύ δύναμη, οι άνδρες ήταν στο άδειασμα των βαγονιών και στις μαούνες.

Άδειαζαν τα βαγόνια στους μεγάλους κουβάδες που ήταν μέσα στις μαούνες. Πήγαιναν τις μαούνες κοντά στο πλοίο και ανέβαζαν  ένα-ένα κουβά επάνω με γερανούς που είχε επάνω το καράβι και έριχναν το βωξίτη στο αμπάρι. 
Αυτό ήταν το πατρικό σπίτι μου μέχρι το 1963, κάτω το μαγαζί που είχε και δωμάτια που μέναμε εμείς, και δίπλα το σπίτι που χρησιμοποιούσαμε σαν ξενοδοχείο.


Ζούσαμε απλά, όμορφα και ανέμελα και το μικρό χωριό μας είχε αρχίσει να μπαίνει σε τροχιά τουριστικής ανάπτυξης.

Θυμάμαι, της Αναλήψεως που γιόρταζε το εκκλησάκι που ήταν κρυμμένο μέσα στον ελαιώνα είχαμε πανηγύρι, έρχονταν πολλοί φίλοι, συγγενείς από το Δίστομο.

Το πρωί πηγαίναμε στην εκκλησία, μετά κάναμε το  πρώτο μπάνιο είτε είχε καλό καιρό είτε όχι , ήταν έθιμο, το μεσημέρι τρώγαμε όλοι μαζί και το βράδυ τα μαγαζιά είχαν γλέντι με μουσικούς εκείνης της εποχής.
Από την γιορτή της Ανάληψης. Η Νίτσα και Δημήτρης Σφουντούρη, ο Μιλτιάδης και Αντιγόνη Καίλη και η αδελφή της Ερασμία το μικρό παιδάκι είμαι εγώ με κρατάει η θεία μου.
Το καλοκαίρι το χωριό γέμιζε με κόσμο και ειδικά τις Κυριακές. Έρχονταν πολλοί με λεωφορεία ή με φορτηγά.

Πολλοί Λειβαδίτες και Διστομίτες έρχονταν για τις διακοπές τους (το παραθέρι) όπως το λέγανε.

Τους μήνες του καλοκαιριού σχεδόν όλη μέρα είμαστε στη θάλασσα, μαζί με άλλα πολλά παιδιά παίζαμε και τα βράδια μαζεύονταν και οι μεγάλοι και  έπαιζαν και αυτοί μαζί μας, κρυφτό, κυνηγητό, ψάξε-ψάξε το δακτυλίδι, την Μπερλίνα και άλλα παιγνίδια της εποχής. Πάρα πολλοί κοιμόντουσαν και έξω στην παραλία, αν και είχαν τα δωμάτια τους, τότε δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος και το διασκεδάζαμε, ειδικά την ώρα που ήταν να στρώσουμε στην παραλία τα στρώματα και τις κουβέρτες για μας τα παιδιά ήταν ένα ακόμη παιγνίδι .

Θυμάμαι, ότι ο πατέρας μου είχε φτιάξει ένα αεροπλάνο, αρκετά μεγάλο και μαζευόμαστε όλοι να το δούμε και να παίξουμε, να ψαρέψουμε στο μόλο μπροστά στο κιόσκι και ότι μικρό ψαράκι πιάναμε θέλαμε να μας το μαγειρέψουν !!!!

Θυμάμαι, ότι στην είσοδο για τα λουτρά και την αυλή ο πατέρας μου είχε φτιάξει ένα αχυράνθρωπο και όταν περνούσαμε από την πόρτα αυτός έπεφτε επάνω μας και τρομάζαμε στην αρχή μετά που το συνηθίσαμε πηγαίναμε άλλα παιδάκια για να τα τρομάξουμε…

Ξένοιαστα χρόνια…….αλλά για λίγο!!!
Η ψησταριά που ψήναμε τα καλοκαίρια. Ο πατέρας μου που πάντα κάτι μαστόρευε……… η πρώτη πόρτα οδηγούσε στην πίσω αυλή (σ αυτή είχαμε και τον αχυράνθρωπο) που είχαμε δωμάτια για ενοικίαση, τα λουτρά, φούρνο και πηγάδι.






 
Η μητέρα μου στο σπίτι της στην Παραλία Διστόμου.





Έξω από το μαγαζί  με ένα παιδάκι που δεν ξέρω πιο είναι …..από την πλευρά της τζαμαρίας, το ξύλινο κομμάτι κατά τους καλοκαιρινούς μήνες άνοιγε και δίναμε από εκεί παγωτά, μπύρες, αναψυκτικά, θυμάμαι και την μάρκα, ΑΓΝΗ, υπάρχει μέχρι σήμερα….





Εγώ σε μικρή ηλικία μπροστά στο μόλο που είναι το κιόσκι.


Εδώ φαίνεται το μικρό χωριό μας η Παραλία Διστόμου από την πλευρά της θάλασσας. Μπροστά στο μόλο με την Νίτσα και τον Δημήτρη Σφουντούρη την Αντιγόνη Καίλη το μικρό κοριτσάκι είμαι εγώ και με κρατάει η Κατερίνα Καίλη.
Στην παραλία με την ίδια παρέα, εδώ με κρατάει αγκαλιά η μητέρα μου.



Το
χειμώνα από τα χρήματα που είχαν μαζέψει οι γονείς μου πάντα κάτι πρόσθεταν στο ήδη υπάρχον σπίτι και επισκεύαζαν τις φθορές, επίσης από τον Νοέμβρη άρχιζε και το μάζεμα της ελιάς στα κτήματα μας που ήταν εκεί που είναι η σημερινή εκκλησία των Αγίων Πάντων. Το μάζεμα της ελιάς ήταν ακόμα μια γιορτή, λόγω του ότι ήταν πολλά τα δένδρα έρχονταν συγγενείς από το Δίστομο και τα γύρω χωριά για βοήθεια.
Σχολείο πηγαίναμε στην Αντίκυρα, πρωί - απόγευμα, για να μην ξαναγυρνάμε μέναμε σε σπίτια συμμαθητών μας και έτσι αναπτύξαμε και με αυτά τα παιδία φιλικές σχέσεις. Για το λόγο αυτό η αεροπορία μας είχε διαθέσει ένα αυτοκίνητο, όταν είχε καλό καιρό πηγαίναμε με τα πόδια.
Στις 27 Αυγούστου του 1960 η τότε κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και η Γαλλική εταιρεία Pechiney, υπέγραψαν σύμβαση για την δημιουργία εργοστασίου παραγωγής αλουμινίου.
Σιγά – σιγά τότε  είχαν αρχίσει οι ψίθυροι ότι θα γίνει εργοστάσιο Αλουμινίου στην περιοχή μας, και ότι θα γίνει απαλλοτρίωση του χωριού μας. Οι δικοί μου, απ ότι μου είχε πει η μητέρα μου, δεν πίστευαν ότι θα μας έδιωχναν από τα σπίτια μας, έλεγαν ότι θα μπορούσαν να πάρουν το πίσω μέρος που ήταν ο ελαιώνας.
Ο πατέρας μου στεναχωρήθηκε πολύ και αρρώστησε.
Προς το τέλος 1961 ήρθε συνεργείο του ΟΤΕ και μετέφερε το τηλεφωνικό κέντρο που ήταν  στο μαγαζί μας στο καφενείο του Κωσταγιάννη.
Τότε ο πατέρας μου κατάλαβε πια, ότι η απαλλοτρίωση θα ερχόταν σύντομα,
είπε στην μάνα μου : «Κωνσταντίνα, χάνουμε ό,τι με τόσο κόπο δημιουργήσαμε αγαπήσαμε και κουραστήκαμε»   
Τον Απρίλιο του 1962 πέθανε.
Τελικά η περιοχή μας είχε επιλεγεί για την κατασκευή του εργοστάσιου παραγωγής αλουμινίου της Γαλλικής πολυεθνικής Pechiney. Για το εργοστάσιο επέλεξαν την περιοχή (Καλογερικό – Μετόχι) περιουσία του Μοναστηριού του Οσίου Λουκά, και των κατοίκων του Στειρίου και του Κυριακιου.
Το δικό μας χωριό η Παραλία Διστόμου ή Γιαλός ή Διστομίτικο, κατά τους παλαιότερους, επιλέγει να κατασκευασθεί ο καινούργιος οικισμός για την στέγαση του προσωπικού. Επίσης η περιοχή του Αγ. Νικολάου επιλέγει για  κατασκευή κατοικιών για τα στελέχη της εταιρείας.
Παρ΄όλες τις διαμαρτυρίες μας η απόφαση ήταν τελεσίδικη, αναγκαστική απαλλοτρίωση με υπογραφή Βασιλέως !!! Τόσο καλά… δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Δεν συγκινήθηκε κανένας υπεύθυνος της Πολιτείας. Τα σπίτια άρχισαν να γκρεμίζονται το ένα μετά το άλλο.
Άγριο πράγμα να βλέπεις να σου γκρεμίζουν την ζωή από την μια μέρα στην άλλη και να μην έχεις και που να πας, γιατί πέρα από αυτούς που είχαν εξοχικά, είμαστε και εμείς  οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού που δεν είχαμε άλλο σπίτι πέρα από αυτό… που θα μπορούσαμε να πάμε ;
Όταν ήρθε και η δική μας η σειρά , δεν θα ξεχάσω αυτή την στιγμή, η μητέρα μου σε μια ύστατη προσπάθεια να τους αποτρέψει, έτσι νόμιζε, με πήρε αγκαλιά και σταθήκαμε πίσω από την κεντρική πόρτα του σπιτιού. Είχε κατεβεί όλη η αστυνομική δύναμη της Λιβαδειάς, μπουλντόζες, κόσμος που φώναζε, ένας πανζουρλισμός, δυστυχώς μπήκαν από την πίσω πόρτα μας τράβηξαν έξω, εγώ έκλαιγα, η μαμά μου ούρλιαζε από τον πόνο, γι αυτό που έβλεπε ότι γινόταν, κανείς δεν συγκινήθηκε….οι μπουλντόζες μπήκαν σε λειτουργία, το σύνθημα του δικαστικού κλητήρα δόθηκε ήταν «εν ονόματι του νόμου κηρύσσω την κατεδάφιση….» και το σπίτι μας γκρεμίστηκε…. μπροστά στα παιδικά μου μάτια ….   
Ποιου νόμου;;;; Ποιος είναι αυτός ο νόμος που λέει ότι πρέπει να ξεριζώσεις  οικογένειες με μικρά παιδιά, γέρους ανθρώπους και να πληγώσεις τόσες ψυχές!!!
Αντίστοιχα σκηνικά έγιναν σε όλες τις οικογένειες…   
Τα πράγματά μας τα είχαμε βγάλει από το σπίτι και τα είχαμε κάτω από το κιόσκι, τα κρεβάτια μας στη μέση και γύρω-γύρω όλα τα υπόλοιπα πράγματα, ντουλάπες, καρέκλες τραπέζια, ρούχα…. Όλα γύρω- γύρω αξέχαστη στιγμή, τώρα που ξαναφέρνω όλες αυτές τις σκηνές μπροστά στα μάτια μου προξενούν ιδιαίτερο πόνο. Εκεί κάτω από το κιόσκι μείναμε περίπου ένα μήνα, ευτυχώς ήταν καλοκαίρι…
Εκεί που μέχρι χθες είμαστε νοικοκυραίοι γίναμε σε μια μέρα πρόσφυγες στον ίδιο μας τον τόπο……όλοι προσπαθούσαν να βρουν μια προσωρινή λύση, οι πιο πολλοί πήγαν τον πρώτο καιρό και έμειναν στο Δίστομο σε συγγενείς ή νοίκιασαν προσωρινά ένα σπίτι.
Σαν λύση οι γονείς μας βρήκαν, επειδή δεν θέλανε και να φύγουν από εδώ, να εγκατασταθούν στην πλαγιά του διπλανού βουνού και έτσι δημιούργησαν ένα καινούργιο οικισμό και τον ονόμασαν «ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ».
Έβαλαν μια μπουλντόζα  για να χαράξει ένα δρόμο για να έχει πρόσβαση και μοίρασαν το χώρο, ώστε να πάρει ο καθένας ένα οικόπεδο να φτιάξουμε όλοι από μια παράγκα για να στεγαστούμε και να μεταφέρουμε τα πράγματα μας.
Έτσι βρεθήκαμε τρεις γυναίκες μόνες σε μια παράγκα, εγώ, η μητέρα μου και η μητέρα της 80 ετών.
Οι συνθήκες στην καινούργια «κατοικία» ήταν με μια λέξη άθλιες !!! Η μητέρα μου για να με ησυχάσει γιατί έβλεπε την ανησυχία μου έλεγε ότι θα μείνουμε για λίγο εδώ και μετά θα φύγουμε και θα έχουμε πάλι ένα ωραίο σπίτι…
Η παράγκα το χειμώνα δεν ήταν ότι το καλύτερό και οι βροχές που άρχισαν μας βούτηξαν στη λάσπη...
Δεν είχαμε ούτε νερό !!!! ούτε να πιούμε ούτε να πλυθούμε !!! Για να προμηθευτούμε νερό έπρεπε να διανύσουμε μια μεγάλη απόσταση, να πάμε μέχρι τον Αγ. Νικόλαο, αδύνατον να γίνει με τα πόδια. Κάποιος γείτονας που είχε φορτηγό έπρεπε λοιπόν να μας πάει ως εκεί να γεμίσουμε δοχεία για να έχουμε μέχρι την επόμενη φορά…  
Φροντίδα,  συμπαράσταση και βοήθεια από πουθενά η Πολιτεία απούσα , ο Δήμος Διστόμου επίσης αδιάφορος… κάθε 4 χρόνια ερχόταν ο εκάστοτε υποψήφιος δήμαρχος  Διστόμου , τότε θυμόταν, ότι υπάρχουν κάτι ψήφοι εκεί στο βουνό πεταμένοι και ερχόταν να τους μαζέψει… σαν αντάλλαγμα μας έβαλε και μια βρύση στο κέντρο του οικισμού, ο επόμενος, μας έβαλε νερό στα σπίτια που είχαμε αρχίσει να κτίζουμε ξανά από την αρχή…  φως τηλέφωνο, λίγο άσφαλτο στο  χωματόδρομο και η ίδια κατάσταση μέχρι σήμερα … πλήρης αδιαφορία από παντού.
 Όταν ζητούσαμε κάτι από τον εκάστοτε Δήμαρχο μας έλεγε, δεν έχει λεφτά, ότι μπορεί κάνει ... θέλω πολλές σελίδες για να περιγράψω τις συνθήκες, ίσως  άλλη φορά.
Όταν με ρωτούσαν εσύ από πού είσαι;  τους έλεγα « ντόπια από εδώ», η απάντηση ήταν ότι δεν ήξεραν ότι υπήρχαν και ντόπιοι κάτοικοι εδώ, ήξεραν μόνο ότι εδώ ήταν ένας ελαιώνας!!! .... αυτοί που ήξεραν, εννοείται ότι δεν με είχαν ρωτήσει ποτέ !!!
Ήταν και άλλοι, που μου έλεγαν « ναι τα απαλλοτρίωσαν ….αλλά εσείς αποζημιωθήκατε»!!!
Ο τόπος που γεννήθηκες, μεγάλωσες, το σπίτι σου, η ψυχή σου, η οικογένειά σου, η δουλεία σου, δεν αποζημιώνονται με τίποτα !!! όσα χρήματα και να πάρεις… τα κτήματα μας στον ελαιώνα αποζημιώθηκαν με 1 δραχμή το ελαιόδεντρο!!! Για ποια χρήματα μιλάμε!!!!!
Πρόγραμμα αποκατάστασης όλων αυτών των ανθρώπων από κάποιο φορέα δεν υπήρχε, παρ όλο που έβλεπαν ότι οι συνθήκες στις οποίες ζούσαμε, ειδικά στην αρχή ήταν άθλιες.
Δεν υπήρχε ένα συντονισμένο πρόγραμμα βοήθειας για όλους μας . Μεγαλώνοντας,  η βοήθεια που είχαμε ήταν από συγκεκριμένα άτομα, εργαζόμενοι και αυτοί, οι οποίοι έδειξαν  προθυμία και ευαισθησία  να  μας βοηθήσουν ώστε να βρούμε δουλειά στο εργοστάσιο,  όσοι το ζητήσαμε.
Η ζωή σιγά – σιγά άρχισε να παίρνει το δρόμο της, εργάστηκα, παντρεύτηκα, απέκτησα και μεγάλωσα δύο κόρες. Σήμερα ζουν και εργάζονται στην Αθήνα και συνεχίζουν τις σπουδές τους.
Μόλις το 2009, ο σύλλογος «Μεδεών» δημιούργησε ηλεκτρονική σελίδα και μας ενημέρωσε γι αυτό, μπήκα, εκεί είδα ένα γράμμα που είχε γραφτεί τον Μάρτιο του 1967, εγώ τότε ήμουν πολύ μικρή και βέβαια δεν το είχα δει, αναφερόταν στην ίδρυση του συλλόγου
« Μεδεών» και άρχιζε : « Η μικρή μας πόλη ψάχνει να βρει τον εαυτό της. Δημιουργημένη ξαφνικά από το τίποτα, χωρίς ιστορία, χωρίς προηγούμενη ζωή, από ανθρώπους που ήρθαν από τις τέσσερις άκρες του ορίζοντα ...»
 Διαβάζοντας σκέφτηκα αμέσως, εμείς που είμαστε;;; εμείς που είμαστε πριν εδώ δεν υπάρχουμε;;; εξαφανιστήκαμε;;; εμείς δεν ανήκουμε στην ιστορία αυτού του τόπου;;; εμείς δεν είμαστε πριν η ζωή αυτού του τόπου;;; είχαμε διαγραφτεί από τον χάρτη δεν υπήρχαμε!!! Με τις δύο πρώτες γραμμές αυτού του γράμματος μας αφαιρούσαν την καταγωγή μας,  την ύπαρξη μας , είχαμε διαγραφεί από τον τόπο που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε!!!
Σας το παραθέτω για να το διαβάσετε……
Μίλησα στον πρόεδρο του συλλόγου και του είπα ότι αυτό μας προσβάλει, μας αφαιρεί την καταγωγή μας, την ύπαρξη μας στο χώρο αυτό!!! Μετά από πολλές πιέσεις έβγαλε την πρώτη παράγραφο, σε αυτή την μορφή υπάρχει τώρα στην ιστοσελίδα του συλλόγου.
Σε άλλη συζήτηση μαζί του μου λέει «γιατί σε ενοχλεί η δική μας ανάρτηση; το ίδιο γράμμα το έχουν βάλει και στο «Εμβολιμον» ούτε αυτό το είχα δει, έψαξα και βρήκα το τεύχος που μου είπε, και πράγματι πάλι το ίδιο γράμμα δημοσιευμένο…. πάλι  «……από το τίποτα, χωρίς ιστορία ….»





Αυτό το γράμμα, το αναδημοσιεύει συνέχεια σε οποιοδήποτε έντυπο αναφέρετε στην ιστορία των Άσπρων Σπιτιών και στην ιστορία του συλλόγου «Μεδεών».

Με αποτέλεσμα όλοι πια να ξέρουν ότι εδώ, τα Άσπρα Σπίτια, δημιουργήθηκαν εκ του μηδενός !!! χωρίς ιστορία !!! χωρίς προηγούμενη ζωή !!!



Απόσπασμα από την εργασία των μαθητών του Λυκείου Άσπρων Σπιτιών

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Ο ΟΙΚΙΣΜΟΣ

Ο χώρος του οικισμού των Άσπρων Σπιτιών είχε χαραχθεί μέχρι την άνοιξη του 1963 όταν όλες οι μελέτες είχαν τελειώσει. Ήταν μια μικρή κοιλάδα γεμάτη από ελιές όπου κάτοικοι του Διστόμου είχαν χτίσει καμιά εικοσαριά σπίτια και κατέβαιναν για τις ελιές ή για μπάνιο το καλοκαίρι. Μια έκταση 6.000 δέντρων ανήκε στη μονή του Οσίου Λουκά η οποία έλαβε αποζημίωση για την απαλλοτρίωση αυτών. Τα περισσότερα σπίτια που υπήρχαν στην παραλία ήταν κυρίως χαμόσπιτα τα οποία τα πήρε αργότερα το εργοστάσιο αποζημιώνοντας τις οικογένειες και χτίζοντάς τους σπίτια στον οικισμό Περιστεράς. 

Πηγές:

Φιλιππίδης Δ., ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ, Αθήνα, εκδ. ΜΕΛΙΣΣΑ
Κωσταγιάννη-Κρητικού Γεωργία, Φιλόλογος.
Θεοχάρης Γιώργος, υπέυθυνος σύνταξης του π. Εμβόλιμον
Λιμεναρχείο Άσπρων Σπιτιών

Σε αυτό το κείμενο, (επικροτώ και συγχαίρω την προσπάθεια των παιδιών και τη συμβολή τους ως προς την γνώση  και προβολή στοιχείων του τόπου μας, στο ιστορικό κομμάτι όμως δεν βοηθήθηκαν) πέρα από την προχειρότητα του, την απαξίωση του και  την έλλειψη σεβασμού σε ανθρώπους που τόσο βασανίστηκαν, αναγράφονται  τερατώδη ψέματα:



-           Όλος αυτός ο ελαιώνας ήταν περιουσία των μόνιμων κατοίκων της Παραλίας και          Διστομιτών και όχι του Μοναστηριού.

-       Tα σπίτια μας όπως είδατε, ήταν τα κλασικά σπίτια που χτίζονταν σ όλη την Ελλάδα την δεκαετία του 40 - 50 αλλά υπήρχαν και αρχοντικά που σώζονται μέχρι σήμερα.

-       Καμία εταιρεία δεν μας έκτισε  σπίτια !!!  



Πρώτα, η πολιτεία θα έπρεπε να ενδιαφερθεί για τους πολίτες της, από την στιγμή που αποφάσισε την απαλλοτρίωση, θα έπρεπε, να έχει πρόγραμμα αποκατάστασης μας. Αντίθετα μας άφησε στο έλεος του Θεού!!!

Όταν διάβασα αυτή την αναφορά, παρ όλο ότι δείχνω ιδιαίτερη επιείκεια στις επιλογές των συνανθρώπων μου, ήρθαν στο μυαλό μου όλα αυτά που έχουμε περάσει τόσα χρόνια, πραγματικά αγανάκτησα !!!

Ας μας απαντήσουν οι παραπάνω υπεύθυνοι, ποιος τους ενημέρωσε για όλα αυτά; γιατί αυτοί δεν είναι ντόπιοι, ήρθαν εδώ πολύ αργότερα,  από τότε που έγινε η απαλλοτρίωση, από πού έχουν αυτή την πληροφόρηση?

Δεν μας βοήθησε ποτέ κανείς για την μεταστέγαση μας στην Περιστερά μέχρι τώρα.

Αν κάποιος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας θέλει να κάνει κάτι για μας, θα το δεχθούμε και θα τον ευχαριστήσουμε , άλλωστε ο οικισμός μας έχει πολλές ανάγκες.

Η απαλλοτρίωση, που δεν την εύχομαι σε κανέναν, είναι μια σκληρή πράξη και σαν λέξη ακόμα, ετυμολογικά : απαλλοτριώνω, στα αρχαία ελληνικά,  απαλλοτριω, αρχική σημασία «αποξενώνω» , απ (ο) + αλλοτριω (όω) – αλλότριος «ξένος». Απαλλοτρίωση= απάλειψη , εξαφάνιση. Η μητέρα μου μέχρι τα βαθιά γεράματα της  επαναλάμβανε συνέχεια «πέθανε ο άντρας μου, αλλά ας μου άφηναν το σπίτι μου και τη δουλεία μου» γιατί ο θάνατος είναι συνηθισμένο φαινόμενο , το να σε ξεριζώνουν με τόσο βίαιο τρόπο από το σπίτι σου είναι σπάνιο.

Μεγάλωσα, με τα δάκρυα και την συνεχή αναφορά της μητέρας μου στο σπίτι μας.

Για το 40ήμερο μνημόσυνο της, επέλεξα να την τιμήσω και να την αποχαιρετήσω μαζί με την παρουσία όλων των γειτόνων και φίλων που ταλαιπωρήθηκαν μαζί, με συγγενείς οι οποίοι είχαν μνήμες από παλιά, και με καινούργιους φίλους , στο κιόσκι, το μοναδικό κομμάτι του αγαπημένου της  σπιτιού που δεν γκρεμίστηκε .           


Πιστεύω ότι αυτή η παραπληροφόρηση δεν βοηθάει καθόλου και σε βάθος χρόνου δημιουργεί αντιπαλότητα, και τώρα έχουμε φτάσει σ αυτό το σημείο και δεν είναι ότι το καλύτερο.

Γι αυτό νομίζω ότι πρέπει να τελειώσει εδώ και τώρα!!! γιατί δεν ωφελεί κανένα!!!

Παραλία Διστόμου ή Γιαλός ή Διστομίτικο  είναι η ονομασία του χωριού μας μέχρι το 1963, διοικητικά υπαγόταν, όπως και σήμερα, στον Δήμο Διστόμου .  

Μετά την απαλλοτρίωση το χωριό πήρε το όνομα Άσπρα Σπίτια, άρα μιλάμε για το ίδιο χωριό, αγαπημένος χώρος για όλους μας, ο καθένας από εμάς έχει τις αναμνήσεις του, για κάποιους ευχάριστες για κάποιους άλλους δυσάρεστες, κρατάει ο καθένας τις δικές του, και ονομάζει το χωριό ανάλογα με την χρονική περίοδο που έζησε εδώ, όπως θέλει, χωρίς να δέχεται σχόλια από κανένα, όπως το «ΑΣΠΡΑ ΣΠΙΤΙΑ ΚΑΙ  ΣΕ ΟΠΟΙΟΝ ΑΡΕΣΕΙ» δεν ακούγεται καλά ……ούτε από μεγαλύτερα άτομα σε ηλικία και πολύ περισσότερο από νεότερα !!!
Θα ήθελα να επισημάνω επίσης  ότι κατά την σφαγή του Διστόμου, η μοναδική  έξοδος του χωριού η οποία έμεινε αφύλακτη ήταν αυτή  προς την Παραλία, οπότε  υπήρξε το καταφύγιο τους από την θηριωδία των Γερμανών.

Πολλοί φιλοξενήθηκαν στα σπίτια μας, καθώς και στον Αγ. Νικόλα.

Συγκεκριμένα, η κ. Νίτσα Σφουντούρη (που αναφέρω στις φωτογραφίες) η οποία είχε χάσει όλη την οικογένεια της στην σφαγή,  έμεινε μόνη με την γιαγιά της, η οποία ήταν αδερφή του πατέρα μου, φιλοξενήθηκαν  στο σπίτι μας  για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να συνέλθει από αυτό τον εφιάλτη.

Τραγικά, τέτοια γεγονότα, δεν χρειάζεται να σχολιάζονται απρεπώς.

Η αποδοχή της αλήθειας είναι το μέλλον μας, δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα μεταξύ μας, το αντίθετο μάλιστα είμαστε πολύ αγαπημένοι, γι αυτό, αυτοί οι λίγοι που μας δημιουργούν αυτή την αντιπαλότητα θα πρέπει να το ξανασκεφτούν, ότι θα πρέπει να σεβαστούν και να αποδεχτούν την παρουσία μας και την ιστορία μας, σ αυτό τον τόπο.

Είναι  πολύ σημαντική για όλους, η καταγραφή των αληθινών γεγονότων, για να μην ξεχαστούν. Παράλληλα, είναι πολύ σημαντικό για τα παιδιά μας να ξέρουν την αληθινή ιστορία, να μην υπάρχουν αντιπαλότητες και να καταλάβουν τα λάθη του παρελθόντος και αυτό δεν γίνεται με την άγνοια και την κακή πληροφόρηση. Όσο γίνεται προσπάθεια από κάποιους να κουκουλώσουν τις πληγές αυτές δεν θα κλείσουν ποτέ , η αποδοχή και ο σεβασμός είναι απαραίτητος από όλες τις πλευρές.

Το μέλλον μας είναι κοινό και μαζί θα πορευθούμε αφού αποδεκτούμε την αλήθεια και αναγνωρίσουμε την αδικία που έγινε εις βάρος μας,  που μας πόνεσε και μας  πονάει ακόμα, και μας ταλαιπώρησε τόσο πολύ…

Όταν διατηρούμε στην μνήμη μας τέτοια γεγονότα είναι πιθανόν να μην ξανασυμβούν, γιατί όλοι ξέρουμε ότι οι καιροί είναι πονηροί και πάντα υπάρχει κίνδυνος επανάληψης.

Τον πόνο που νοιώθουμε εμείς εδώ και πενήντα χρόνια που εγκαταλείψαμε τον τόπο μας , έρχεται η στιγμή να τον αισθανθείτε και εσείς όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου και πρέπει να εγκαταλείψετε το χωριό … όχι βέβαια με την ένταση και την οδύνη την δική μας, αλλά παίρνετε μια γεύση τι σημαίνει να εγκαταλείπεις  το χώρο που αγαπάς και να φύγεις… ίσως μπείτε για λίγο στην θέση μας…

Κανείς δεν αρνείται την γρήγορη  οικονομική ανάπτυξη του τόπου και του κράτους αλλά όταν ξεριζώνεις από τον τόπο τους  πολίτες  και τους φέρεσαι τόσο βίαια, σε καιρό ειρήνης, και υποφέρουν ανθρώπινες ψυχές, κάτι έχει γίνει λάθος, θα μπορούσε να αποφευχθεί…

Εμείς δεν ζητούμε τίποτε άλλο, πέρα από την αποδοχή, της παρουσίας μας και του κομματιού της ιστορίας που μας αντιστοιχεί. Παρ όλα όσα περάσαμε ξαναστηθήκαμε στα πόδια μας όχι εύκολα, με πολύ κόπο και με την δουλεία μας, ξανακτίσαμε τα σπίτια μας και συνεχίσαμε την ζωή μας.

Αυτό το γράμμα, επειδή πέρα από τα ιστορικά στοιχεία για το χωριό που ΟΛΟΙ αγαπάμε, είναι κατάθεση ψυχής όλων των ντόπιων κατοίκων της Παραλίας , θα ήθελα να το σεβαστoύμε ΟΛΟΙ .

Δεν θα ήθελα με τίποτα, να γίνει αφορμή για ένα καινούργιο κύκλο αντιπαράθεσης, παρά μόνο ενός εποικοδομητικού διαλόγου, γνωρίζοντας πλέον ΟΛΟΙ την αλήθεια να πάμε μαζί μπροστά.

Η λύση βρίσκεται στις έννοιες των λέξεων : Αποδοχή, μνήμη, αλληλεγγύη, αγάπη, συμπαράσταση, βοήθεια, σεβασμός και αλληλοεκτίμηση.



Ευχαριστώ για το χρόνο που μου δώσατε.



Κονδυλία Περγαντά Σάλμα

Πηγή/Πρώτη δημοσίευση: Distomoblog